Κείμενο με ασκήσεις για το Β4
Παιδιά, μπορείτε να μου στείλετε τις απαντήσεις σας μέχρι
και την Παρασκευή 27-03-2020 . Το υλικό θα ανέβει και στην ψηφιακή τάξη, όπως σας
ενημέρωσα με το e-mail μου.
«Τη γλώσσα μας τη φτιάχνουμε ελληνική»,
επιφυλλίδα του Παντελή Μπουκάλα στην
εφημ. Καθημερινή, 22.03.2020. (υπέστη διασκευή)
Μουντή η
φετινή εθνική επέτειος, η τελευταία πριν από την επέτειο για τα διακόσια χρόνια
της Επανάστασης. Μια 25η Μαρτίου απρόθυμη να ευαγγελιστεί οτιδήποτε.
Τόσο κλειστή άνοιξη, με την κατάθλιψη να απειλεί να γίνει πάνδημη, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ. Ας επιμείνουμε ωστόσο,
για να αντλήσουμε παρηγοριά, στο τότε, στο ’21. […]
Το τελευταίο μου σεργιάνι στα
παλαιοβιβλιοπωλεία, πριν κλείσουν κι αυτά, ξανάφερε στα χέρια μου ένα βιβλίο
που το ’χα διαβάσει μια φορά κι έναν καιρό, είχα μάθει από αυτό, αλλά τα ίχνη
εκείνης της πρώτης έκδοσής του, εν έτει 1971, τα είχα χάσει από χρόνια. Στον
τίτλο του βιβλίου συστεγάζονται δύο από τα πάθη μου: «Η γλώσσα και το
Εικοσιένα». Υπότιτλος: «Λογιώτατοι, φαναριώτες, κοτζαμπάσηδες, τίτλοι, αξιώματα
και προσαγορεύσεις». Συγγραφέας ο Κυριάκος Σιμόπουλος, το συνολικό έργο του
οποίου ανατυπώθηκε από τις εκδόσεις «Στάχυ».
Διπλή, τι άλλο, η γλώσσα του ’21.
Χονδρικά, η γλώσσα των πολεμιστών και η γλώσσα των πολιτικών. Των αγραμμάτων, που μιλούσαν όπως
σκέφτονταν και με τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν για να συνεννοηθούν μεταξύ
τους, στα απλά και στα μεγάλα, και των σπουδαγμένων, που ήθελαν να φορέσουν επίσημο ρούχο ακόμη και στα
λεγόμενα των καπεταναίων.
Χαρακτηριστικό είναι το εξής επεισόδιο,
στην περιγραφή του Σιμόπουλου:
«Ο Κολοκοτρώνης είχε πολλές φορές
αγανακτήσει από τα πομπώδη και φλύαρα κείμενα των γραμματικών του. Κάποτε,
λένε, περνώντας με τ’ ασκέρι του νύχτα κοντά στο μοναστήρι της Βελανιδιάς,
πρόσταξε το γραμματικό του να γράψει ένα μήνυμα προς τον ηγούμενο για μερικά τουλουμοτύρια
που χρειαζόταν το στράτευμα. Ο λογιώτατος γέμισε δυο κατεβατά. Με τα
πανωγράμματα, τους τίτλους και τις δασκαλικές περιττολογίες. “– Ακόμα μωρέ;”
τον ρώτησε ο Κολοκοτρώνης, βλέποντάς τον να
πασχίζει, ιδροκοπώντας κάτω από το λύχνο. Κι όταν είδε τα κατορθώματα του
γραμματικού έφριξε. Κόβει ένα κομμάτι χαρτί, μισή παλάμη, και γράφει ο ίδιος το
λακωνικό μήνυμα, τρεις λέξεις όλες κι όλες, στο μοναστήρι: “Γούμενε τυρί
Κολοκοτρώνης”. Και το ’στειλε μ’ ένα φτεροπόδαρο παλικαρόπουλο».
Οι πολεμιστές –ο λαός– δεν είχαν λόγο καθημερινό
και λόγο επίσημο, λερωμένο και καθαρό, αυθόρμητο και επεξεργασμένο. Και στις
κουβέντες τους χρησιμοποιούσαν, φυσικά, πολλές ξένες λέξεις, αρβανίτικες,
τούρκικες, ενετικές, κατά την καταγωγή τού καθενός. Οι αιώνες της τουρκοκρατίας
και της φραγκοκρατίας, καθώς και οι σχέσεις (ειρηνικές ή εμπόλεμες) με
Αλβανούς/Αρβανίτες, είχαν αφήσει ευδιάκριτα ίχνη στη νεοελληνική. […] Το φετινό
ημερολόγιο της Εταιρείας Συγγραφέων, με θέμα «Λογοτεχνία και Επανάσταση», είναι
αφιερωμένο στο 1821. Στη μικρή μου συμβολή εκεί δοκίμασα […] να γράψω μια
«προκήρυξη» με λέξεις που δεν «μας δόθηκαν» ελληνικές, αλλά ξένες που έγιναν
ελληνικές. Τις άντλησα από απομνημονεύματα αγωνιστών και από δημοτικά
τραγούδια, κυρίως κλέφτικα. […] Αρκετές από αυτές ξεχάστηκαν πια – όταν
έλειψαν και τα πράγματα που ονομάτιζαν, είδη όπλων λ.χ. ή καραβιών. Άλλες
συνεχίζουμε να τις χρησιμοποιούμε απολύτως
βέβαιοι για την ιθαγένειά
τους, την ελληνικότητά τους. Ιδού η «προκήρυξη»:
«Στ’ άρματα, λεβέντες. Με τα λάβαρά σας, ασλάνια. Με
τα φλάμπουρά σας, σαΐνια μου. Χουγιάξτε το ορέ. Ρίξτε τις μπαταριές σας σε κάθε
μαχαλά. Ν’ ακούσει κάθε φαμελιά, κάθε κονάκι, κάθε οντάς. Να συναχτούν τ’
ασκέρια. Τα μπουλούκια. Οι ταϊφάδες. Σ’ όλα τα βιλαέτια, σ’ όλους τους καζάδες.
Οχι χουζούρι πια. Οχι νταραβέρια με μουρτάτες. Νισάφι οι τεμενάδες κι οι
ριτζάδες. Πόσο θα γκιζεράμε στα βουνά και στα ρουμάνια, κι ώς πότε θα
νταγιαντούμε και θα μπεζερίζουμε
[…] »Τα καριοφίλια σας, ασίκηδές μου. Και το κουράγιο
σας. Τα ντουφέκια σας. Τις μπιστόλες σας, καπεταναίοι. Τα κουμπούρια. Τα
γιαταγάνια. Πάλες και παλάσκες. Και χαντζάρια. Και το χαρμπί του ο πασαένας. Το
διμισκί σπαθί του. Και το λάζο του. Και τους σουγιάδες. Τρομπόνια. Μιλιόνια.
Την μπαρούτη. Τα κουρσούμια. Τα φουσέκια σας στους ντεστέδες τους. Τα κανόνια,
να κρεμάσουμε τα κλειδιά μας στην μπούκα τους. Τις μπόμπες. Τα φιτίλια. Τα
τόπια.
[…] »Τη φουστανέλα. Τον ντουλαμά. Το σελάχι. Τη
φέρμελη. Τα τσαρούχια. Το φέσι με τη φούντα του. Το πόσι, να σκεπάζει τον
τσαμπά. Τα τσαπράζια.
[…] »Στο φαρί σας. Στο άτι σας, μπάλιο ή ρούσο. Στα
χάμουρα το νου σας. Και στη σέλα. Στο μπρίκι. Στη γαβάρα. Στη γαλιότα. Στο
τσαμπέκο. Στην κορβέτα. Στη φρεγάτα. Στο μπουρλοτιέρικο. Να πάει το αίμα ώς τα
μπούνια. Στο καραούλι. Στην ντάπια. Στο μετερίζι. Στις βίγλες. Στα κάστρα. Στα
καστέλια. Στους γουλάδες. Στα δερβένια. Στη βάρδια μας.
»Ανοίξτε όλοι το πουγκί σας. Τον μπεζαχτά σας. Ο,τι
ρουμπιέδες κι ό,τι τάλιρα, ό,τι μαχμουτιέδες και τζοβαϊρικά και γρόσια, όσα
καζαντίσατε, για την πατρίδα. Για τους λουφέδες των παλικαριών. Για τον ζαϊρέ
και το μεϊντάτι μας».
[…]
Λεξιλόγιο:
να
ευαγγελιστεί : να υποσχεθεί
σεργιάνι: περίπατος
τουλουμοτύρια: είδος τυριών που ωριμάζουν μέσα σε τουλούμια, δηλαδή αναποδογυρισμένα
τομάρια ζώων όπου οι τρίχες είναι προς την εσωτερική πλευρά και ακουμπούν το
τυρί. Φτιάχνονται από μίγμα πρόβειου και κατσικίσιου γάλακτος και, καθώς
ωριμάζουν, τα «ποτίζουν» συχνά με γάλα.
Ασκήσεις:
1.
Ποιο
είναι το θέμα του κειμένου και ποια η βασική θέση του συγγραφέα;
2.
Να
γράψετε από ένα αντώνυμο για τις λέξεις που δηλώνονται στο κείμενο με υπογράμμιση
και σκούρα μαύρα γράμματα.
3.
Να
παρουσιάσετε τη δομή και τον/τους τρόπο/-ους ανάπτυξης της 3ης
παραγράφου του κειμένου («Διπλή» … «καπεταναίων»).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου