«Νέο φρούτο, οι
ενήλικοι υπερφυσικοί μπεμπέδες», επιφυλλίδα της Λένας Παπαδημητρίου στο Protagon.gr (13.01.2020) – υπέστη διασκευή
[…] Στην Ελλάδα του
2020 είναι εξαιρετικά δύσκολο να ενηλικιωθείς. Συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι
που ζουν διαρκώς ως υπερφυσικοί μπεμπέδες. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα με τα
τελευταία στοιχεία της Εurostat, το 56,3 % των νεαρών ενηλίκων ηλικίας 25 έως
34 ετών μένει ακόμα με τους γονείς του (2018). Πρόκειται για το τρίτο υψηλότερο
ποσοστό μεταξύ των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μετά τους Κροάτες και τους
Σλοβάκους). Σχεδόν εξωπραγματικό σε σχέση π.χ. με το 14,7% της Γαλλίας ή με το
3, 2% της Δανίας.
Δεν είναι φυσικά καινούργιο φαινόμενο. Η
συμπτωματολογία υπήρχε και πριν από την κρίση, σαν ένα από τα τελευταία
χαριτωμένα οχυρά οικόσιτης πρόνοιας του ευρωπαϊκού Νότου («Εμείς μένουμε
κοντά στα παιδιά μας, δεν τα εγκαταλείπουμε όπως οι Βόρειοι»). Μόνο που το
δεκάχρονο κραχ το υποδαύλισε και
το θέριεψε. Και σήμερα, επισημαίνουν οι ειδικοί, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με
ορδές «σιτεμένων εφήβων», ένα κοινωνικό πρόβλημα ακανθώδες και υποφωτισμένο.
Ποιοι το σιγοντάρουν;
Είναι φυσικά οι γονείς (τώρα πλέον και οι παππούδες) που είναι πάντα, μα πάντα,
εκεί. Για να προλαβαίνουν κάθε στραβοπάτημα, για να διατηρούν ανέπαφο το
παιδικό δωμάτιο (με τους λούτρινους αρκούδους και τις εφηβικές αφίσες), για να
πληρώνουν το ενοίκιο, για να στύβουν την πορτοκαλάδα, για να επουλώνουν τις
πληγές, προτού ακόμη ανοίξουν, για να «τσοντάρουν» για τη βραδινή έξοδο ή τις
διακοπές. Η Μαμά και ο Μπαμπάς (κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, αλλά όχι
μόνο) γίνονται ένα ισόβιο, ατσαλένιο δίκτυ ασφαλείας, διότι «το παιδί» δεν
πρέπει να έχει υπερβολικά πολλή δουλειά / άγχος / αποτυχίες / αυπνία / οικονομική
ανασφάλεια / ερωτική απογοήτευση / υπαρξιακές ανησυχίες / φόβους για το μέλλον
κτλ. Μια μητέρα νεαρών ενηλίκων μου εξομολογείτο προσφάτως τον τρόμο πολλών
γονέων millennials: «Τρέμεις με όλα αυτά τα ψυχολογικά προβλήματα που
ακούς. Κάνεις ό,τι μπορείς για να προστατεύσεις το δικό σου παιδί από τις
“κακουχίες”».
Ίσως το μόνο που φαίνεται να έχει κάπως
αλλάξει είναι μια κάποια διαφαινόμενη γονεϊκή δυσφορία, εξαιτίας, κυρίως, της
γενικής οικονομικής ανέχειας. «Δεν μπορώ
να γυρνάω στο σπίτι πτώμα από τη δουλειά και να βλέπω τον 30χρονο γιό μου να
αλλάζει κάθε πέντε μήνες σχέδια για το τι θα κάνει στη ζωή του», μου έλεγε ένας
απαυδισμένος πατέρας.
Με αυτά και με αυτά άρχισαν
να επωάζονται αυτάρεσκοι, φυγόπονοι και στο διηνεκές δυστυχισμένοι
νεαροί ενήλικες. Εξ ου και οι στρατιές αιωνίων φοιτητών (διπλασιάστηκαν με τη
κρίση) και «χλιδανέργων» (βρίσκουν δουλειά αλλά ποτέ δεν τους ικανοποιεί
ή δεν τους ταιριάζει). Πρόσφατα άκουσα την περίπτωση μιας 32χρονης που, αφού
αναζητούσε δύο χρόνια εργασία, βρήκε αισίως μια χαμηλόβαθμη θέση σε εταιρεία.
Τη δεύτερη μέρα είχε «ανακρίνει» τους συναδέλφους στο γραφείο για τις
δυνατότητες μισθολογικής ανέλιξης. Την τρίτη μέρα την «έκανε» με ελαφρά
πηδηματάκια, γιατί η ίδια ήταν «φτιαγμένη για άλλα πράγματα» (προφανώς για την
ανεργία και το χαρτζηλίκι του μπαμπά). Η μεγάλη ποσοτική έρευνα της διαΝΕΟσις
ήταν σαφής (2017): το 48% των νέων Ελλήνων ηλικίας 18-35 ετών δηλώνει ως βασική
πηγή την «οικονομική στήριξη από γονείς ή άλλους συγγενείς».
Δεν είναι
όμως μόνο ο υπεργονεϊσμός αλλά και το ίδιο το DNA του millennial. Οι γεννημένοι
από το 1980 ως το 2000 έχουν αναπτύξει ένα περίεργο σύνδρομο «entitlement»
(κοινώς «όλοι μου χρωστάνε» ή «είμαι πολύ ταλαντούχος αλλά δεν μου βγαίνει»),
απότοκο της προσπάθειάς τους να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο υπεραφθονίας της
πληροφορίας και της πρόσβασης. Όπως έγραφε προ ετών ο Τζόελ Στάιν στο
αμερικανικό Time: «Το Διαδίκτυο έχει εκδημοκρατίσει την ευκαιρία για πολλούς
νέους ανθρώπους, δίνοντάς τους πρόσβαση και πληροφορία που κάποτε ανήκε σε
μεγάλο βαθμό μόνο στους πλούσιους». Eίναι αυτή η «οικονομία της ευκολίας»
(convenience economy) που σου επιτρέπει να κατακτήσεις ανώδυνα αυτά για τα
οποία οι προηγούμενες γενιές μοχθούσαν. Με ένα smartphone μπορείς πλέον να
πληρώσεις λογαριασμούς, να πηδήξεις την ουρά στο σινεμά, να παραγγείλεις πίτσα,
να δεις πώς συντάσσεται ένα βιογραφικό, να βρεις αφυγραντήρα, σύντροφο, σπίτι.
Είναι αυτό το «outsourcing της ενηλικίωσης» που περιέγραφε προ μηνών η
Μορίν Ο’ Κόνορ στο New York Magazine: «Μπορείς ποτέ πραγματικά να μεγαλώσεις
όταν δεν κάνεις τίποτα μόνος σου;».
Κάπως έτσι
φτάσαμε και στην ταχύτατα αναδυόμενη διεθνώς πληθυσμιακή ομάδα των «ΝEETS»
(δηλαδή οι εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης νέοι). Η Ελλάδα έρχεται
δεύτερη στην Ευρώπη (μετά την Ιταλία) με ποσοστό 26, 8% (στις ηλικίες 20-34)
και με τις γυναίκες να προπορεύονται εντυπωσιακά (με διαφορά 14-16 μονάδων).
Δεν είναι μόνο millennials αλλά και 20άρηδες. Απογοητευμένοι από το ακατάσχετο brain
drain, τους άθλιους μισθούς και τις τρισάθλιες συνθήκες εργασίας, συχνά
διακόπτουν τη σχολική τους εκπαίδευση, δεν έχουν κανένα όραμα και στρέφονται
στο βραχυπρόθεσμο κέρδος (π.χ. σε πρόχειρες δουλειές ή στον διαδικτυακό τζόγο).
Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι οι ενήλικοι
υπερφυσικοί μπεμπέδες βρίσκονται πλέον για τα καλά μέσα στο δωμάτιο. Ας
σταματήσουμε να τους κανακεύουμε και ας τους πάρουμε επιτέλους στα σοβαρά.
Λεξιλόγιο:
σαν ένα από τα τελευταία
χαριτωμένα οχυρά οικόσιτης πρόνοιας του ευρωπαϊκού Νότου: η συμβίωση των
νεαρών ενηλίκων με τους γονείς ή/και τους παππούδες τους είναι συνηθισμένη στο
Νότο της Ευρώπης (στις μεσογειακές χώρες) και μοιάζει, σε μια επιφανειακή
προσέγγιση, κάτι χαριτωμένο
κραχ: οικονομική
κρίση
millennials:
όσοι γεννήθηκαν μεταξύ 1980 και 2000
να επωάζονται: να
προετοιμάζουν την είσοδό τους στην κοινωνία
στο διηνεκές: διαρκώς
χλιδάνεργοι: οι νέοι
επιστήμονες, συνήθως με πολλά ακαδημαϊκά
προσόντα, που προτιμούν να παραμείνουν άνεργοι, παρά να βρουν μια
λιγότερο καλά αμειβόμενη εργασία
entitlement: η πεποίθηση ότι έχω περισσότερα
δικαιώματα από τους άλλους
outsourcing: παροχή υπηρεσιών
brain drain: το φαινόμενο της «αφαίμαξης
εγκεφάλων», δηλαδή οι νέοι επιστήμονες μιας χώρας, π.χ. της Ελλάδας, να
αναζητούν δουλειά και να φτιάχνουν τη ζωή τους στο εξωτερικό
Ασκήσεις:
1) Ποιο είναι το θέμα του κειμένου και
ποια η βασική θέση της συντάκτριάς του πάνω σε αυτό;
2) Στην Ελλάδα του 2020 είναι εξαιρετικά δύσκολο να
ενηλικιωθείς. Συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι που ζουν διαρκώς ως υπερφυσικοί
μπεμπέδες.
Να βρείτε τα υποκείμενα των ρημάτων των παραπάνω περιόδων λόγου.
3)
Δεν
μπορώ να γυρνάω στο σπίτι πτώμα από τη δουλειά και να βλέπω τον 30χρονο γιό μου
να αλλάζει κάθε πέντε μήνες σχέδια για το τι θα κάνει στη ζωή του», μου έλεγε
ένας απαυδισμένος πατέρας. Να βρείτε τα αντικείμενα
των ρημάτων των παραπάνω περιόδων λόγου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου